ἐργατεία

ἐργᾰτ-εία, ,
A labour, work, handicraft, in pl., LXX Wi.7.16, BGU 1159.9 (i B.C.).
2 gang of workmen, ibid., POxy.1450.6 (iii A.D.).
II Ἐργάτ<ε>ια, τά, festival of Heracles in Laconia, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐργατεία — ἐργατείᾱ , ἐργατεία labour fem nom/voc/acc dual ἐργατείᾱ , ἐργατεία labour fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εργατεία — η βλ. εργατιά …   Dictionary of Greek

  • ἐργατείας — ἐργατείᾱς , ἐργατεία labour fem acc pl ἐργατείᾱς , ἐργατεία labour fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργατείαν — ἐργατείᾱν , ἐργατεία labour fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργατειῶν — ἐργατεία labour fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργατείαις — ἐργατεία labour fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εργατιά — και εργατεία, η (AM ἐργατεία) [εργάτης] εργασία, μόχθος νεοελλ. οι εργάτες, το σύνολο τών εργατών μσν. καταναγκαστική εργασία, αγγαρεία …   Dictionary of Greek

  • ԳՈՐԾ — (ոյ, ոց.) NBH 1 0573 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 7c, 8c, 10c, 11c, 12c, 13c, 14c գ. ἕργον (լծ. հյ. երկ). ἑργασία (լծ. արգասիք), ἑργατεία (ուստի թ. ըրղադլըգ ). opus (operis), operatio, factum, actus, actio,… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.